
Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν μου άρεσε γιατί είχε αλλεργία στα happy end!
Δεν έγραφε για πλούσιες πριγκίπισσες που δοκίμαζαν τα νυφικά τους ούτε για κακούς λύκους που έμεναν στο τέλος νηστικοί. Έγραφε για κοριτσάκια που πουλάνε σπίρτα, για ερωτευμένες γοργόνες που αφήνουν τον βυθό και για…
Ο Μολυβένιος Στρατιώτης ήταν το πιο αγαπημένο μου παραμύθι!
Την πρώτη φορά που μου το διάβασαν έβαλα τα κλάματα. Ο Άντερσεν έριξε στη φωτιά τον Στρατιώτη και την Μπαλαρίνα και εγώ έκλαιγα γιατί γνώρισα την έννοια του θανάτου για πρώτη μου φορά!
Ο Στρατιώτης έχει ένα πόδι. Τον τοποθετούν δίπλα στην όμορφη Μπαλαρίνα που έχει σηκώσει το πόδι της πολύ ψηλά και ο Στρατιώτης που δεν μπορεί να το δει, πιστεύει πως έχει ένα πόδι σαν κι αυτόν!
Ο κακός της ιστορίας θέλει να βγάλει από την μέση τον θρασύ Στρατιώτη που δεν αφήνει την Μπαλαρίνα καθόλου αδιάφορη. Το μολυβένιο στρατιωτάκι καταλήγει στο βυθό και ένα περαστικό ψάρι τον κάνει μια χαψιά!

Όμως το ψάρι καταλήγει στο σπίτι και καθώς το ξεκοιλιάζουν, ανακαλύπτουν τον Μολυβένιο Στρατιώτη, που παίρνει ξανά την θέση του δίπλα στα άλλα παιχνίδια, δίπλα στην αγαπημένη του Μπαλαρίνα.
Σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα που ξεψυχούν στο τελευταίο πλάνο αγκαλιά, έτσι και εδώ, ο Έρωτας πέφτει στις φλόγες αλλά η αγάπη μένει αθάνατη.
Όταν ήμουν παιδάκι, έκλεινα τα μάτια μου για να μην αισθανθώ την φωτιά. Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως υπήρχε τέλος –και μάλιστα παραμυθιού- που θα έσπρωχνε στη φωτιά δύο ερωτευμένους ήρωες…
Τώρα, μεγάλη πια, ξέρω ότι κάθε ερωτευμένος Στρατιώτης θα έκανε ακριβώς το ίδιο: θα έπεφτε χωρίς φόβο στον θάνατο και η αγαπημένη του Μπαλαρίνα θα τον ακολουθούσε…
Τι κατάλαβα κάθε φορά που το παραμύθι τέλειωνε «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»; Πόσο καλά έζησαν δηλαδή; Δεν πήραν διαζύγιο; Έκαναν εξωσωματική; Πούλησαν τα ιδανικά τους για μία καριέρα;
Κι εμείς, πάλι, πόσο καλύτερα να ζούσαμε πια;
Στη φωτιά, στη φωτιά!!
Και σε όποιον δεν αρέσει, υπάρχουν και τα τρία γουρουνάκια (ή μήπως ήταν… πέντε;)!!