Πάνω που κορόιδευα τις επίσημες ημέρες, έπεσα πάνω στην ημέρα κατά της φτώχειας.
Μου άνοιξε η όρεξη να μιλήσω για φτώχεια!
Μου άνοιξε και η όρεξη κυριολεκτικά, δυο βήματα ήμουν από το ψυγείο, γεμάτο ήταν, χτύπησα κάτι γρήγορο, πέταξα και κάτι σάπια κολοκυθάκια που είχαν βγάλει μαλλιά…
Δέκα εκατομμύρια παιδάκια πεθαίνουν από την πείνα κάθε χρόνο.
Ντρέπομαι να μετρήσω πόσα κολοκυθάκια έχω σουτάρει στα σκουπίδια…
Εντάξει, εγώ δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο. Κάποιοι άλλοι μπορούν όμως.
Αυτοί που αγαπάνε αλλήλους, ντε!
Να πάρουν τα λεφτά, και μιλάω για cash –έτσι; -όχι για μεταχρονολογημένες ελπίδες- από τους ιερείς και τους παπάδες και από τον Θεό τον ίδιο, αν είναι να σωθούν ανθρώπινες ζωές. Όταν βέβαια δεν έχεις το Θεό σου, που να τον βρεις να του ζητήσεις και δανεικά… Α, και να τους αναγκάσουν να αντικαταστήσουν τα χρυσά ράσα με κάτι πιο λιτό ίσως…!
Δόξα τω Θεώ, στυλίστες ΝΑ χώρα μας!
Δεν ξέρω τι πρόκειται να κάνουν οι άλλοι, αλλά φαντάζομαι πως ιντερνετικώς σήμερα, θα χορτάσουμε με φωτογραφίες σκελετωμένων παιδιών. Θα μάθουμε νούμερα. Και θα αναρωτηθούμε γιατί δεν δίνονται λύσεις.
Στο σημείο αυτό, θα γελάσει και το σκυλί.
Θα το σκεφτείς λίγο. Θα κάτσεις στην ίδια θέση και θα μελαγχολήσεις. Το ρολόι θα κυλάει. Κάποια στιγμή, θα αλλάξει η μέρα. Δώδεκα νταν. Σήμερα είναι μια νέα μέρα. Όλο και κάποια επίσημη μέρα θα ξημερώσει να έχουμε να λέμε. Πείνασες ξανά.
Θα φας κάτι και θα πέσεις για ύπνο. Κουράστηκες.