
Περπατάω, λέει, σε έρημο δρόμο, μόνη μου. Δεν ξέρω που πηγαίνω, δεν ξέρω από πού ήρθα, έτσι είναι τα όνειρα. Περπατάω λοιπόν και αναρωτιέμαι αν ο δρόμος είναι μακρύς. Μπα, λέω στον εαυτό μου, ένα τσιγάρο δρόμος είναι. Πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου, -να πεις ότι την είπα φωναχτά!- τσουπ, εμφανίζεται ένα όργανο, φτυστός ο Μπρους Γουίλλις και με αρπάζει από το μπράτσο.
-Συλλαμβάνεστε. Φοβάμαι πως πρέπει να με ακολουθήσετε, λέει και συγχρόνως μου δείχνει το σήμα του. Μπάτσος. Της Αντικαπνιστικής.
-Εγώ να δείτε πως φοβάμαι! Και που να πάμε δηλαδή; Δεν έκανα τίποτα κακό.
Δεν άναψα τσιγάρο! Μια σκέψη έκανα!
-Η σκέψη σας βλάπτει σοβαρά την υγεία. Που ακούστηκε περπάτημα και τσιγάρο;
-Σας λέω, μία σκέψη έκανα, αφήστε που ήταν σχήμα λόγου!
-Δεν ξέρω εγώ από σχήματα και λόγους (λέει όσο μου φοράει χειροπέδες), το κάπνισμα έχει καταργηθεί παντού, πρέπει να με ακολουθήσετε.
Προφανώς τον ακολούθησα γιατί μετά έγινε αλλαγή πλάνου και βρέθηκα δεμένη σε μια καρέκλα, σε ένα μίζερο δωμάτιο και γύρω μου βρίσκονταν τρεις αγριεμένοι. Της Αντικαπνιστικής.
-Το ξέρετε ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία; ρωτάει το ένα όργανο.
Ξαφνικά, αποφασίζω να γίνω θρασύς. Όνειρό μου είναι, ό,τι θέλω το κάνω. Άσε που τώρα που βλέπω καλύτερα το όργανο, μάλλον προς τον Χαϊκάλη φέρνει και καθόλου προς τον Μπρους Γουίλλις. Πώς μπορούσα να υπάρξω τόσο ανόητη;
-Άκου να σου πω. Την δική μου υγεία βλάπτει. Όχι την δική σου! Οπότε, τι ζόρι τραβάς;
Γρονθ, σκρατς, ζμπουμ. Ο Μπρους Χαϊκάλης μου ρίχνει μπουνιές στο πρόσωπο. Σφίγγω τα δόντια, πονάω φριχτά και ευτυχώς, με ένα απίστευτα γρήγορο μοντάζ, βρίσκομαι αλλού, εντελώς αλλού, τα όργανα δεν με βαράνε πια και το σκηνικό αλλάζει εντελώς!
Βρίσκομαι λοιπόν σε μία καταπράσινη πεδιάδα γεμάτη ανθισμένα δέντρα! Πουλάκια κελαηδάνε, ρυάκια κυλάνε, μιλάμε για πολύ φύση. Έχω ένα απίστευτα όμορφο συναίσθημα ευφορίας. Μακάριος άνθρωπος. Σφίζω από ευτυχία, περπατώ και πετώ, θα ‘ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη, θα ‘ναι ουρανού κατάνυξη- που έλεγε και η Βόσσου ένα πράμα. Ασύλληπτη ευτυχία. Και ξαφνικά, ανάβω ένα τσιγάρο! Το καπνίζω αργά και ηδονικά, ρουφάω τον καπνό, κλείνω τα μάτια, κατεβάζω τον καπνό, ύστερα φυσάω τον καπνό, αισθάνομαι ακόμα πιο ευτυχισμένη! Ξαπλώνω στη γη και εξακολουθώ να καπνίζω! Κοιτάζω τον ουρανό και νιώθω τόσο καλά! Το ξέρω πως τα όνειρα είναι ασύνδετα και κουκουρούκου και νόημα δεν βγάζεις και ιδέα δεν έχω πως δραπέτευσα από τη φυλακή και βρέθηκα στη φύση και επίσης δεν ξέρω πως βρέθηκαν τα τσιγάρα στην τσέπη μου…! Τι σημασία έχει όμως; Μία πεταλουδίτσα πετάει δίπλα μου και την τυλίγω με ένα δαχτυλίδι καπνού. Και πριν προλάβω να δω πως αντέδρασε η πεταλούδα, μία γνώριμη φωνή (“καλέ που βρέθηκε ο Γιάννης εδώ”;) με ξυπνάει απότομα, με πετάει από το όνειρο, μου κόβει τα δέντρα, μου ξεραίνει τα ρυάκια και κυρίως, μου σβήνει το τσιγάρο.
(Για την πεταλούδα χέστηκα).
-Ξύπνα ρε μωρό μου. Κοιμάσαι πολύ βαριά.
Συνειδητοποιώ που βρίσκομαι. Ποιος είμαι και που πάω. Επαναφορά.
-Ρε συ Γιάννη, έβλεπα ένα ωραίο όνειρο… και με έκοψες.
Ο Γιάννης γελάει.
-Α, ναι; Τι έβλεπες;
Τον κοιτάζω με δάκρυα στα μάτια.
-Έβλεπα ότι κάπνιζα…
Το χαμόγελό του παγώνει. Με κοιτάζει συμπονετικά. Τι να πει…
…-Ρε συ, συγγνώμη.