
Πάω να αγοράσω φορμάκια για τα παιδιά. Διαλέγω δύο (ξέρετε, ένα ροζουλί κι ένα γαλάζιο) και φροντίζω να είναι ζεστά. Κοινώς, να διαθέτουν κουκούλα.
Εκεί που περιμένω στο ταμείο, με πλησιάζει ένα όργανο και με πιάνει από το μπράτσο.
-Λυπάμαι κυρία μου αλλά θα πρέπει να σας συλλάβω. Απαγορεύονται οι κουκούλες.
-Τι να με συλλάβετε καλέ, έχω δύο παιδιά!
-Και τα παιδιά ύποπτα είναι, μαντάμ, θα τα συλλάβουμε κι αυτά. Λυπούμεθα, η κυβέρνηση από εδώ και πέρα θα είναι αυστηρή με αυτούς που φοράνε κουκούλες.
-Και το αυτοκίνητό μου έχει κουκούλα, θα το συλλάβετε κι αυτό;
-Φυσικά και θα το συλλάβουμε. Θα κρατηθεί σε ειδική πτέρυγα.
-Δεν πάτε με τα καλά σας! Τι κυβέρνηση είναι αυτή; Πυρκαγιές, σκάνδαλα, Βατοπέδια, όλα αυτά… που τα βάζετε όλα αυτά;!
Ο μπάτσος σκύβει στο αυτί μου και νομίζω πως θα μου το δαγκώσει μέχρι να το ξεκολλήσει, για να με κάνει να σωπάσω (ή να ουρλιάξω)...
Αδίκως φοβόμουν όμως ότι το όργανο θα βιαιοπραγούσε εναντίον μου. Ο άθρωπας ήθελε απλά να βάλει τα πράγματα σε τάξη, γιατί τον ακούω να μου λέει ψιθυριστά:
-Σςς! Αυτά τα έχουμε κουκουλώσει…