Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ ΓΕΙΤΟΝΕΣ !




Βλέπω πολύ σινεμά και με έχει επηρεάσει. Η φαντασία μου οργιάζει και σκορπάει με πτώματα την ήσυχη και φαινομενικά ακίνδυνη γειτονιά που ζω.
Στη φαντασία μου, πρώτα ορμάω στον θεόκουφο γέρο που μένει στο ισόγειο και όλη μέρα μαστορεύει-και-καλά στον κήπο με ένα σφυρί. Συνέχεια. Ασταμάτητα. Χωρίς να υπάρχει λόγος. Ο γέρος βαριέται τη ζωή του και η μόνη του ευχαρίστηση είναι να εφευρίσκει μαστορέματα. Δουλειά δεν είχε ο διάβολος και βάραγε τις πλάκες. Ο γέρος δεν έχει ώρα. Ο γέρος δεν έχει ακοή. Ο γέρος έχει το ακαταλόγιστο, βαράει γιατί είναι γέρος, στην φαντασία μου όμως, τον βαράω κι εγώ, και είναι ένας νεκρός γέρος, και για να τον εκδικηθώ - στην φαντασία μου πάντα - τον μακελεύω με το ίδιο του το σφυρί και αφήνω το πτώμα του άταφο να το φάνε τα κοράκια. Ναι, η φαντασίωσή μου έχει και κοράκια.
Ύστερα, ανεβαίνω με βήμα αργό στον δεύτερο όροφο. Το δωδεκάχρονο αγοράκι που μοιάζει στον Χάρρι Πότερ αλλά όταν παίζει πιάνο, μόνο μαγικά δεν κάνει, θα είναι το επόμενο θύμα μου. Θα δέσω τους γονείς του και θα τους κλείσω τα στόματα με χανζαπλάστ. Θα υποχρεώσω το παιδάκι τους να παίξει πιάνο μέχρι θανάτου κι έτσι οι άσπλαχνοι γείτονες θα πεθάνουν μαρτυρικά από τα χέρια του ίδιου τους του παιδιού. Ύστερα θα σκοτώσω και το παιδί-πιανίστα, αλλά αυτό δεν θα έχει πεθάνει τελικά, θα γίνει όπως ακριβώς στις ταινίες, το παιδί θα σηκωθεί όρθιο μέσα στα αίματα και ουρλιάζοντας θα ορκιστεί εκδίκηση και εκεί θα κάνει το λάθος να κάτσει στο πιάνο για στερνή φορά. Αυτή τη φορά, το εκτελώ με μια σφαίρα στην καρδιά – όπως εκτελούσε κι αυτό το κάθε κομμάτι στο πιάνο. Ύστερα, θα φάω ένα σάντουιτς με τόνο και μαγιονέζα και θα κάνω ένα διάλλειμα μέχρι το όπλο μου να μιλήσει ξανά.
Τρώω το μισό σάντουιτς και παίρνω σβάρνα τη γειτονιά σκορπώντας τον θάνατο. Προηγούνται αυτοί που έχουν δικό τους γκαράζ αλλά παρκάρουν επιδεικτικά το όχημα ΑΠΕΞΩ από το δικό τους γκαράζ, έτσι, γιατί βαριούνται να το βάλουν μέσα -και τρώνε δυο θέσεις. Τους τρώω λοιπόν κι εγώ, έναν-έναν - και ο ήσυχος-κατά τ’ άλλα - δρόμος μας βάφεται κόκκινος. Οι κήποι γεμίζουν με πτώματα. Ελευθερώνω τα σκυλιά και αυτά με ευγνωμονούν, είναι επιτέλους ελεύθερα και παίρνουν τους δρόμους να δαγκώσουν την πρώτη γριά που θα κρατάει τσάντα του Βασιλόπουλου. Γιατί τα κακόμοιρα τα σκυλιά ξέρουν. Οι ιδιοκτήτες τους γυρνάνε σπίτι φορτωμένοι με λαχταριστά κρέατα από τον ΑΒ και αυτά τα κακόμοιρα τα ζωντανά τα έχουν ταράξει στην ξηρά τροφή. Αχ, τι ωραία που θα ήταν να εκπαίδευα τα σκυλάκια και να τα έστελνα από δω κι από κει να μου κάνουν μερικές χάρες! Να όρμαγαν στον…
(συνεχίζεται)