
Όταν επισκέφτηκα τον φίλο που έγινε πρόσφατα πατέρας, περίμενα πως θα συναντούσα έναν ακόμα χαζομπαμπά που θα μπουσουλούσε στο χαλί και θα τσακωνόταν με την γυναίκα του σχετικά με τίνος είναι το πηγούνι (του μπέμπη). Ο μπέμπης πλάκα-πλάκα κόντευε εφτά μηνών. Η ηλικία του δήλωνε το μέγεθος της γαϊδουριάς μου, εφτά μήνες απέφευγα να τους επισκεφτώ. Αν αφηνόμουν στην αναβλητικότητά μου, το παιδί θα το γνώριζα τελικά σε μπαρότσαρκα, οπότε πήρα την μεγάλη απόφαση (και τη μεγάλη σακούλα με τα δώρα), πήρα και τον καλό μου (για να κουβαλάει τη μεγάλη σακούλα) και πήγαμε να δούμε από κοντά το μικρό βαμπιράκι.
Το κατάλαβα αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η γυναίκα του φίλου μου είχε το βλέμμα του Νίκολσον στην Λάμψη. Σύντομα θα επιχειρούσε να σπάσει την πόρτα με τσεκούρι. Οι κύκλοι κάτω από τα μάτια της την έκαναν να μοιάζει με πάντα. Καλέ, αυτή δεν ήταν η φίλη που ήξερα, ο Χρήστος Πάρλας ήταν! Βλέπετε, ο μικρός κόμης δράκουλας κοιμόταν τη μέρα και ζωντάνευε τη νύχτα. Η μαμά είχε να κοιμηθεί εφτά. Θυμήθηκα το Insomnia με τον Πατσίνο. Ένα μήνα έμεινε άυπνος και δεν άντεξε, ποιος, κοτζαμάν Πατσίνο. Σιγά μην άντεχε ο Πάρλας.
Ο πατέρας είχε γένια μηνών, έδειχνε σαλεμένος και έπαιζε συνέχεια με το κομπιουτεράκι καθώς ψέλλιζε τη λέξη «απόσβεση». Γιατί ο μπέμπης, δεν ήταν μπέμπης, βαμπίρ ήταν που τους ρούφαγε κάθε μέρα το λογαριασμό. Το μωροδάνειο δεν έφτανε ούτε για κωλόχαρτο. Για πάνες, δεν το συζητάμε. Ο φίλος μας έκανε δύο ώρες υπερωρία, οι οποίες δύο ώρες αγόραζαν τρεις πάνες. Κάθε φορά που ο μπέμπης τα έκανε πάνω του, ο πατέρας πάθαινε υπερκόπωση. Άφησε που ο μικρός άλλαζε μέγεθος κάθε μέρα. Η φίλη μας στην αρχή νόμιζε πως έφταιγαν τα ρούχα του που «μπαίνουν» στο πλυντήριο και ήταν έτοιμη να το πετάξει, το ρημάδι το πλυντήριο, αλλά όταν κατάλαβε ότι ο μπέμπης έφταιγε που ξεχείλωνε, κράτησε το πλυντήριο και έβγαλε μία ακόμα πιστωτική.
Οι φίλοι μας χαλάρωσαν μετά από λίγο κρασί (λέμε τώρα γιατί ο γονιός δεν χαλαρώνει ποτέ) και μας εξομολογήθηκαν το πλάνο απόσβεσης του παμφάγου μπέμπη.
Στα τέσσερά του θα τον έβγαζαν να πουλάει χαρτομάντιλα στη Μεσογείων. Τριαντάφυλλα, έστω! Ο κήπος τους ήταν γεμάτος τριανταφυλλιές. Ο μικρός θα έμπαινε στο εμπόριο. Θα μάθαινε να μην τα βρίσκει όλα έτοιμα.

Στα δέκα του θα τον έστελναν σε talent-show και θα τον έτρεχαν στα castings. Τέτοιο πανέμορφο κουκλί, δεν μπορεί, θα έφερνε σπίτι ένα καλό bonus. Τι, δηλαδή, μόνο ο μισθός ο δικός τους να κατασπαραζόταν έτσι άσπλαχνα;! Όχι, το παιδί έπρεπε να πληρώσει! Η μαμά θα αναλάμβανε να βγει στα πάνελς και στα τσάνελς.
Στο τρίτο ποτήρι κρασί ο φίλος μας γλάρωσε και συνέχισε το παραλήρημα, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί στο παιδί για να πάρει «τα λεφτά του πίσω». Το παιδί θα μπορούσε να γίνει πλαστικός χειρουργός («όλες οι πλούσιες κατσίκες θέλουν το «τραβηγματάκι τους», είπε η φίλη μου που από την κούραση η επιδερμίδα της είχε γίνει κοτλέ). Θα μπορούσε να γίνει ποδοσφαιριστής, συμπλήρωσε ι πατέρας και να σκίζει τον βάζελο, συγνώμη, τα δίχτυα του. Καλύτερα όμως να γινόταν πολιτικός και να βολέψει όλο το σόι. Αυτό θα ήταν το καλύτερο απ’ όλα. Η γυναίκα του φίλου μου όμως κατέληξε ότι ήθελε να δει το παιδί δικηγόρο. Η δήλωση πυροδότησε την ατμόσφαιρα. Εκεί, άρχισαν οι φίλοι μας να τσακώνονται και δεν ξέρω πως ακούστηκε μέχρι και του Κούγια το όνομα, ο μπέμπης άρχισε το κλάμα και εγώ, πάλι τον Πατσίνο θυμήθηκα, τον «δικηγόρο του διαβόλου» δηλαδή και δεν ξέρω τι κόλλημα είχα φάει με τον Πατσίνο, αλλά ο Πατσίνο είναι σταθερή αξία και τον αγαπώ πολύ και τέλος πάντων, δεν ντρέπομαι που το λέω, σκέφτηκα τον Πατσίνο, εντάξει;
Ο Γιάννης μου έκανε νεύμα με τα μάτια πως θέλει να φύγουμε τώρα. Πριν με βλεφαριάσει, είχε ήδη βάλει το ένα μανίκι του μπουφάν μου, το άλλο το έβαλα όταν μπήκαμε στο ασανσέρ.
Από την τρομάρα μας να φύγουμε όσο πιο μακριά, είχα πατήσει «υπόγειο».
Ο Γιάννης με κοίταξε με συμπόνια και είπε:
-Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι;
Πάντα σκεφτόμουν αυτό που σκεφτόταν, αλλιώς, δεν θα κάναμε μωρό. Σόρρι, χωριό.
-Ρε τους κακόμοιρους, συνέχισε ο καλός μου! Τι δικηγόρος και αηδίες; Για να κάνει απόσβεση το παιδί, drug-dealer πρέπει να γίνει. Ο Scarface, τουλάχιστον.
Νάτος πάλι ο Πατσινάκος! Σας το είπα, εγώ και ο καλός μου, τις ίδιες αηδίες σκεφτόμαστε πάντα!! Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τη μέρα που θα βρεθούμε εγώ και ο Γιάννης στη Βενετία, ο μεγάλος Αλ έχει γενέθλια!!!!!!!!!