Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

TA ΔΟΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ...

O Μετεωρίτης υποφέρει σιωπηλά.
Εδώ και μέρες. Όλα ξεκίνησαν όταν κοιμόμουν και ένας φριχτός πόνος φρομ δε πούθεν με κλώτσησε και με πέταξε από το όνειρο. Ο Γιάννης δίπλα μου πετάχτηκε, με κοίταξε και έβγαλε μία κραυγή. Η γυναίκα που είχε αγαπήσει δεν ήταν πια η ίδια!
Είχα μεταμορφωθεί. Τούμπανο ο Μετεωρίτης.



Τα δόντια είναι σαν τους φίλους. Θέλουν φροντίδα και αγάπη. Αν τους ξεχάσεις, θα έρθει μια μέρα που θα σε εγκαταλείψουν κι εσύ θα πονάς. Όχι εσύ, εγώ. Εγώ πονάω. Σφαδάζω, λέμε. Έλεγα όμως πως τους φίλους πρέπει να τους προσέχεις. Αν τους παραμελήσεις, η σχέση αρχίζει να κλυδωνίζεται, ακριβώς όπως συνέβη και με το δόντι αυτό. Και να πεις ότι δεν με είχε προειδοποιήσει! Μου έστελνε sms συνέχεια, «μην με ξεχνάς, μια μέρα θα πληγωθείς» αλλά η καρδιά μου-μετεωρίτης. Νόμιζα πως με τον χρόνο θα έκλειναν οι πληγές. Αμ, δε. Μου τα μάζευε το γαμωδόντι, μου τα μάζευε και μια μέρα, έτσι απλά, με εκδικήθηκε.

Πήγα στον καθρέφτη και άνοιξα το στόμα μου-όσο ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Το δόντι είχε σηκώσει κεφάλι και τα ούλα μου ήταν σαν πλευρικοί αερόσακοι, ανοιχτοί . Πήγα να το αγγίξω και σχεδόν λιποθύμησα. Όταν άνοιξα ξανά τα μάτια, είδα στον καθρέφτη τον Σταλόνε με μπούκλες και με στραβωμένο στόμα να ψελλίζει «έχω πεθάνει και δεν το ξέρω». Ο Γιάννης αγκάλιασε στοργικά τον μετεωρίτη-ράμπο. «Μην φοβάσαι», μου είπε. «Ποιος είπε ότι φοβάμαι; Πονάω»!!!
Ο πόνος ήταν τόσος που η ατάκα σκάλωσε κάπου στον φάρυγγα και έμεινε εκεί.



Την επόμενη τηλεφώνησα στον οδοντίατρο και καταπίνοντας τα φωνήεντα προσπάθησα να του πω τον πόνο μου. Ο οδοντίατρος (που να σημειωθεί, είναι και άρρωστος βάζελος) με ενημέρωσε πως «καλά να πάθω» και να τον πάρω σε δέκα λεπτά γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει. Λες και μπορούσα εγώ!! Τέλος πάντων, όταν κατάφερα να του μιλήσω (λέμε τώρα) μου είπε να πλακωθώ στην αντιβίωση και να πάω σε δυο-τρεις μέρες. Νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα! Μου εξήγησε όμως βιαστικά ότι δεν θα μπορούσε να «κάνει κάτι τώρα» αλλά κατά βάθος ήξερα ότι περίμενε να με συναντήσει μετά τον αγώνα με την Τσέλσι…

Πέρασαν οι δυο μέρες. Ο Γιάννης συνήθισε το γεγονός ότι κοιμόταν με τον Ράμπο που μύριζε τσίπουρο (για να μουδιάσει το δόντι) και εγώ για δύο μέρες ήμουν ακίνητη, αμίλητη και ό,τι άλλο φαντάζεστε που αρχίζει από άλφα στερητικό. Έφτασε η μέρα όμως (χτες) που θα πήγαινα στον οδοντίατρο.

Ξύπνησα νωρίς. Φίλησα τους δίσκους μου και ξεσκόνισα τις φωτογραφίες του μακαρίτη του παππού μου. Έβαλα μαύρα. Έκανα μπάνιο (πριν βάλω τα μαύρα) και έστειλα ένα αποχαιρετιστήριο mail στους φίλους μου. Άφησα μια εύκολη συνταγή για κόλλυβα στον Γιάννη. Η ψυχραιμία του με εκνεύρισε.

Το κράνος με έσφιγγε. Το κρύο που έμπαινε από τις χαραμάδες του με έκανε να χοροπηδάω από τον πόνο. Σε κάποια δόση, χοροπήδησα τόσο πολύ που ο Γιάννης αναγκάστηκε να κάνει παράνομη αναστροφή και να με κατεβάσει από τη γέφυρα του Καλατράβα στην Κατεχάκη.

Την πρώτη φορά που άνοιξα νταλαβέρια με οδοντίατρο (ο βάζελος που λέγαμε) δεν θα την ξεχάσω ποτέ, ούτε εγώ, αλλά κυρίως ο οδοντίατρος. Κάτι σκάλιζε μέσα στο στόμα μου και όταν με πόνεσε - τον δάγκωσα. Τρόμαξε να βγάλει το χέρι του από το στόμα μου. Παλέψαμε για ώρα πολύ. Νίκησα. Γδαρμένος και ξεμαλλιασμένος ο γιατρός, μία ματωμένη μάζα που σερνόταν στο πάτωμα, μου υποσχέθηκε πως δεν θα με ξαναπονέσει ποτέ.
Και χτες θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσω ξανά.



Ο ήλιος χανόταν στο βάθος και ο ουρανός είχε ένα υπέροχο χρώμα που πιθανότατα δεν θα ξανάβλεπα ποτέ… Ήταν σαν άνοιξη. Ο ήλιος παραμέριζε τα συννεφάκια και σχεδόν μύριζα λουλούδια. Της κηδείας μου.

Ο «Δρομέας» δεξιά, απέναντι από το Χίλτον, «έτρεχε» στον άνεμο. Τον αγαπούσα τον Δρομέα. Έτρωγε στη μάπα καθημερινά όλη τη σκόνη του δρόμου στη μούρη, αλλά ποτέ δεν κουράστηκε, ποτέ δεν έκανε στάση για μια Λουκοζέιντ.

Φτάσαμε. Ασανσέρ σαν φέρετρο, όρθιο. Με το ζόρι χωρούσαμε.

Ο γιατρός μού έκανε τόσο κήρυγμα που για να γίνει πειστικός, αναγκάστηκε να φορέσει ράσο. Έψελνε, έψελνε, έψελνε, εγώ έσκυψα το κεφάλι μαστουρωμένη από τα κεριά και τα λιβάνια και υποσχέθηκα πως ποτέ ξανά δεν θα παραμελήσω τα δόντια μου. Ψέματα του είπα αλλά τέτοια ώρα-τέτοια δόντια. Ξάπλωσα στην καρέκλα και άφησα με τρόπο να φανεί το ρεβόλβερ που φούσκωνε στην τσέπη του τζιν μου.

«Ααα! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα!! Έχει κάνει κύστη!! Θα συνεχίσεις να παίρνεις αντιβίωση και θα έρθεις από Τρίτη για εξαγωγή. Το δόντι δεν σώζεται. Κι εσένα, δεν σε σώζει τίποτα αν συνεχίσεις να φέρεσαι έτσι στα δόντια σου!»

Κράνος, ξανά. Φανάρι, φρένο, γκάζι. Παράταση. Ο ήλιος είχε πια χαθεί και ο Δρομέας ένιωθε πιο ξεκούραστος. «Γεια σου Μεγάλε» του φώναξα καθώς τον προσπερνούσαμε, από την αριστερή πλευρά αυτή την φορά. Θα ορκιζόμουν πως ο Δρομέας σήκωσε το χέρι και με χαιρέτησε…