Αν και είχα φροντίσει να κολλήσω ένα αυτοκόλλητο στο κουδούνι που έγραφε "Κόμης Δράκουλας - Μέδουσα" τα παιδιά για τα κάλαντα δεν πτοήθηκαν. Κόλλησαν το δάχτυλο στο κουδούνι και το τράβηξαν μόνο όταν τους άνοιξα με μάτι θολό.
Στο κατώφλι της νέας χρονιάς, δύο EMO με τα μάτια κρυμμένα πίσω από το παραβάν της φράντζας τους και με ένα τριγωνάκι παραμάσχαλα ο καθένας, δεν με ρώτησαν, αλλά μου ανακοίνωσαν ότι "θα τα πούνε"!
Ξεκίνησαν και με φωνή ξενυχτισμένου rapper μου είπαν κάτι που θύμιζε κάλαντα.
Θα ορκιζόμουν πως πίσω από την φράντζα τους, έβριζαν.

Όταν τέλειωσαν, ο ταμίας παραμέρισε την φράντζα για να δει που είναι τα λεφτά.
Βλέπει τη μαύρη μπλούζα με τον Robert Smith που φοράω για να κοιμάμαι (όταν είναι βρώμικη η μπλούζα με τον Bowie) και μου λέει διστακτικά:
-Σου αρέσουν οι Cure;
-Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις, του απαντάω. Είστε πανέξυπνοι εσείς οι Emo!
Ο Emo και ο φίλος του σκύβουν το κεφάλι. Θα ορκιζόμουν πως ήμουν σκληρή με τα παιδιά, αλλά θα ορκιζόμουν επίσης πως είχαν πατήσει τα δεκαεφτά!!
Κλείνει η πόρτα, κλείνει και η ιστορία αυτή εδώ.
Μπαίνω στο μετρό να έρθω στη δουλειά,
(καθώς είμαι Υδροχόος και ο αλτρουισμός μου με έφερε στη δουλειά Χριστουγεννιάτικα) και στο βαγόνι γίνεται το πανηγύρι των τρελών. Μουτρωμένα πιτσιρίκια με σκουφάκια χάνουν τη δουλειά γιατί ο βιρτουόζος πιτσιρικάς με το μπουζούκι τους κλέβει τη δόξα.
Τα πιτσιρίκια αποσύρονται με άδειες τσέπες, ο ξύπνιος με το μπουζούκι μάζεψε όλο το χαρτάκι αφού με τον ήχο του σκέπασε τα τριγωνάκια. Στην επόμενη στάση όμως, η καριέρα του μπουζουκτσή διακόπτεται βίαια, καθώς ένα μπουλούκι αλλοδαπών εισβάλει με ζουρνάδες, κλαρίνα, γκάιντες (δεν τα πάω καλά με τα όργανα, θα μπορούσε να μην είναι γκάιντα αλλά λέμε τώρα) και με τα σπαστά ελληνικά τους τραγουδάνε το "τρίγωνα-κάλαντα"! Τα χέρια μπαίνουν ξανά στις τσέπες, οι αλλοδαποί δείχνουν τα ολόλευκα δόντια τους και μοιράζουν χαμόγελα και ευχές, μέχρι που ένας ηλικιωμένος κύριος αποφασίζει να τους βρίσει "παλιοξένοι... που θέλετε να πέιτα τα κάλαντα...", ευτυχώς, έφτασα στον προορισμό μου και δεν πρόλαβα να δω τον καυγά μετά μουσικής που θα ξεσπούσε...
Αγαπάτε αλλήλους λέμε!!

Στα Εξάρχεια, σε ένα σχετικά απομονωμένο παγκάκι, βλέπω τον Άγιο Βασίλη να κλαίει.
Κανένας δεν του δίνει σημασία!

-Τι έγινε ρε Βασίλη, τον ρωτάω και κάθομαι δίπλα του. Τι έπαθες;
-μου έκλεψαν το i-pod και τον σάκο! Έμεινα χωρίς δώρα!
-έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι; Αφού δεν πιστεύουμε πια σε σένα!
Τα μάτια του έλαμψαν από χαρά.
-Αλήθεια λες;
Αλήθεια έλεγα. Ευτυχώς που κάποιος αποφάσισε να του πει την αλήθεια.
Ο άνθρωπος ησύχασε. Μου είπε πως είχε βαρεθεί κάθε μα κάθε χρόνο να κάνει αυτό το προγραμματισμένο ταξίδι. Μου είπε εξάλλου πως πάντα στα πλούσια σπίτια κατέληγε και πως το γεγονός αυτό του είχε δημιουργήσει ενοχές. Ο Μεγάλος, εκεί ψηλά, του απαγόρευε να δώσει παιχνίδια τζάμπα. Μόνο σε όποιον τα είχε προπληρώσει...

Έτσι, έκανα τον Βασίλη να σκουπίσει τα δάκρυά του, να χαμογελάσει ξανά και του σύστηκα μάλιστα ένα καλό ταβερνείο με καλό ρακόμελο, να πάει να κάτσει σαν άνθρωπος κι αυτός, να γίνει ντίρλα μέχρι να έρθει ο νέος χρόνος και να περάσει το Αόρατο τραμ που θα τον πάει από κει που ήρθε...
Πριν φύγει όμως, προλαβαίνουμε να του μεταφέρουμε μερικά μηνύματα για να τα πει στον Μεγάλο εκεί ψηλά. Καλό θα είναι να του τα πούμε πριν μεθύσει.
Αν και, νηφάλιος να πάει στον Μεγάλο, ο Μεγάλος ΔΕΝ ακούει. Φοράει δύο τεράστια συννεφάκια στα αυτιά του που χρησιμεύουν για ωτοασπίδες και καμιά φορά, όταν κουνάει το κεφάλι, πέφτει και κανένα χιόνι στην μικρή μας πόλη και για λίγο τα βλέπουμε όλα λευκά και νιώθουμε ξανά αγνοί, όμορφοι, άσπιλοι...
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!!