Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Η ΑΠΑΓΩΓΗ


Καθόμουν χτες στο γραφείο μου όταν άνοιξε η πόρτα και μπούκαρε ένα σκοτεινό, ακαθόριστο πλάσμα. Πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, το πλάσμα μού άρπαξε την καλή διάθεση, την έβαλε σε ένα τσουβάλι και εξαφανίστηκε όπως ήρθε.
Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την καλή μου διάθεση! Έπρεπε όμως να σκεφτώ ποιος έδωσε εντολή να την απαγάγουν!
Η σκέψη μου πήγε στον «εκλεκτό συνάδελφο» του διπλανού γραφείου. Ένας τοίχος μας χωρίζει-και πολλά έτη φωτός. Τώρα τελευταία, μαλώναμε συχνά. Αυτός έφταιγε, το δίχως άλλο!
Με αποφασιστικό βήμα μπήκα στο γραφείο του.
-Πόσα θέλεις; Τον ρώτησα και έβγαλα το μπλοκ επιταγών.
Ήθελε πολλά. Υπέγραψα ένα τσεκ που ολογράφως τον κατοχύρωνε ότι θα ήμουν λιγότερο επιθετική. Δεν ξέρω γιατί υπέγραψα μία ακάλυπτη επιταγή. Υπέγραψα κάτι που δεν πίστευα. Επιθετικός ήταν ο George Best, όχι εγώ… τέλος πάντων.
Βγήκα από το γραφείο του με κρύα καρδιά.

Η καλή διάθεση δεν φάνηκε να γυρίζει πίσω.
Αναζήτησα αλλού τον ένοχο. Είχα μία λογομαχία με την μαμά χτες και ίσως έφταιγε αυτή.
Την πήρα τηλέφωνο. Την ρώτησα πόσα ήθελε. Μου έκανε κατήχηση ότι η μάνα δεν χαλάει ΠΟΤΕ την διάθεση του παιδιού (εμένα μου λες) και μου υποσχέθηκε πως θα κάνει πίσω.
Η οπισθοχώρησή της με τρόμαξε. Όταν κάνεις πίσω, φοβάσαι μην φας γκολ. Δεν ήθελα να βάλω γκολ, μία ισοπαλία με βόλευε.
Πριν κλείσουμε όμως, έκανε το λάθος και έριξε στο παιχνίδι λάθος παίκτη. Μου γύρισε το μάτι με την επιλογή της.
Ο χούλιγκαν μέσα μου πέταξε μια κροτίδα και η μάνα μου έκλεισε τα αυτιά της.
Εγώ, έκλεισα απλά το τηλέφωνο.

Όλη μου η μέρα χτες έπεσε στον Καιάδα. Η καλή μου διάθεση ποιος ξέρει που να βρισκόταν…
Κοιμήθηκα και είδα στον ύπνο μου ότι χάιδευα ένα προϊστορικό πλάσμα, ίσως μαμούθ. Το ογκώδες ζώο καθόταν σαν αρνάκι δίπλα μου και του χάιδευα το μουσούδι, limbo φόντο.
Με ξύπνησε το τηλέφωνο, με απόκρυψη.
-Ποιος;
-Ο κακός σου ο καιρός! Ξύπνα!
-Δεν συνομιλώ με αγνώστους. Ποιος είναι;
-Ο κακός σου εαυτός, βλάκα. Κοιτάξου στον καθρέφτη.
Σηκώθηκα σκουντουφλώντας και είδα το είδωλό μου.
Το πρόσωπό μου ήταν σαν να είχε βουτήξει μέσα σε ένα λερωμένο σύννεφο, στα μάτια μου δύο αστραπές, ένας κεραυνός διέσχιζε κάθετα το μέτωπο.
Η ρυτίδα που βγαίνει όταν κάτι δεν πάει καλά…

Κοιτάχτηκα ξανά.
Είδα με bookman old style όλα τα αποφθέγματα και τα όμορφα ποιήματα που έχουν καταγραφεί στον «σκληρό» μου να περνάνε από τον καθρέφτη μου… Είδα εμένα και τον συνάδελφο να δουλεύουμε μαζί έως αργά, κουρασμένοι, ακούγοντας Philip Glass. Μέχρι και την μαμά μου είδα να κατεβάζει την μπάλα και να μου στρώνει το τέλειο γκολ, με ένα της νεύμα…

Χτύπησε το κουδούνι, άνοιξα.
-Καλημέρα, είπε η καλή μου διάθεση και μπήκε στο σπίτι.
-Καλημέρα. Φτιάχνω καφέ, είπα και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα…